προτίθημι


προτίθημι
кладу впереди, предлагаю, назначаю, (τινά τονοσ) предпочитаю кого кому

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "προτίθημι" в других словарях:

  • προτίθημι — set before pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτίθημι — ΜΑ βλ. προτίθεμαι …   Dictionary of Greek

  • προτεθειμένα — προτίθημι set before perf part mp neut nom/voc/acc pl προτεθειμένᾱ , προτίθημι set before perf part mp fem nom/voc/acc dual προτεθειμένᾱ , προτίθημι set before perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτέθεισθε — προτίθημι set before perf imperat mp 2nd pl προτίθημι set before perf ind mp 2nd pl προτίθημι set before plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προθεμένων — προτίθημι set before aor part mid fem gen pl προτίθημι set before aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προθέμεναι — προτίθημι set before aor part mid fem nom/voc pl προτίθημι set before aor inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προθέμενον — προτίθημι set before aor part mid masc acc sg προτίθημι set before aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προθέντα — προτίθημι set before aor part act neut nom/voc/acc pl προτίθημι set before aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προθέντων — προτίθημι set before aor part act masc/neut gen pl προτίθημι set before aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτεθειμένον — προτίθημι set before perf part mp masc acc sg προτίθημι set before perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτεθειμένων — προτίθημι set before perf part mp fem gen pl προτίθημι set before perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)